ἅζοντα

ἅζομαι
stand in awe of
pres part act neut nom/voc/acc pl
ἅζομαι
stand in awe of
pres part act masc acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἅζονθ' — ἅζοντα , ἅζομαι stand in awe of pres part act neut nom/voc/acc pl ἅζοντα , ἅζομαι stand in awe of pres part act masc acc sg ἅζοντι , ἅζομαι stand in awe of pres part act masc/neut dat sg ἅ̱ζοντο , ἅζομαι stand in awe of imperf ind mp 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅζοντ' — ἅζοντα , ἅζομαι stand in awe of pres part act neut nom/voc/acc pl ἅζοντα , ἅζομαι stand in awe of pres part act masc acc sg ἅζοντι , ἅζομαι stand in awe of pres part act masc/neut dat sg ἅ̱ζοντο , ἅζομαι stand in awe of imperf ind mp 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σχετλιάζοντα — σχετλῑάζοντα , σχετλῖάζω pres part act neut nom/voc/acc pl σχετλῑάζοντα , σχετλῖάζω pres part act masc acc sg σχετλιάζω complain of hardship pres part act neut nom/voc/acc pl σχετλιάζω complain of hardship pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άζομαι — ἅζομαι (Α) (μόνο στον ενεστώτα και παρατατικό) 1. κατέχομαι από δέος, από ιερό φόβο, ευλαβούμαι, φοβούμαι (ιδιαίτερα θεούς) 2. φοβούμαι να κάνω κάτι, διστάζω. Η μετοχή ἁζόμενος και απολύτως «φοβισμένος, γεμάτος δέος». Από το ενεργητικό απαντά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.